ΗΗλιαχτίδα πάσχιζε να μπει από μια χαραμάδα, που είχε βρει στο παντζούρι.
Χρόνια και χρόνια ήταν κλεισμένο ερμητικά το σπίτι της βουνοπλαγιάς κι όλο αυτό τον καιρό, ούτε μια στάλα φως δεν είχε δει.
Δύσκολα τρύπωσε η Ηλιαχτίδα μεσ΄ το σκοτάδι, όμως μετά, άρχισε ανενόχλητη να περιδιαβάζει τα δωμάτια. Απόλυτη ησυχία βασίλευε παντού. Σαν όλα εκεί μέσα νά ‘χαν πάψει να μετράνε τη ζωή τους με το χρόνο.
Καθώς έριχνε η Ηλιαχτίδα τη ματιά της γύρω, φωτίζοντας τις αραχνιασμένες γωνίες, το βλέμμα της συνάντησε μια Σκιά. “Μια Σκιά με ανθρώπινη μορφή” σκέφθηκε . “Ποιά νά ‘ναι; Λες νά ‘ναι αυτή που ψάχνω;” αναρωτήθηκε Κι άπλωσε καλύτερα το φως της, να τη δει.

– Ποιά είσαι; ρώτησε.
Μα ήχος κανείς δεν έσκισε το πέπλο της σιωπής της.
Τότε μια σπίθα έφυγε απ΄ τη ματιά της Ηλιαχτίδας και πήγε ν΄ αγγίξει τη Σκιά. Κάθισε πάνω στα μαλλιά της κι αυτή φωτίστηκε ολάκερη, κι ήταν σαν μια νεράιδα λουσμένη στο φεγγαρόφωτο.
– Ποιά είσαι; ρώτησε πάλι η Ηλιαχτίδα.
– Με λένε Αγάπη, είπε εκείνη. Τα μάγια της μάγισσας, που ‘χαν φέρει το σκοτάδι κάποτε, είχαν πάρει και τη μιλιά μου. Τα μάγια της μάγισσας είχαν πάρει και τη θωριά μου.
– Μήπως είσαι αυτή που ψάχνω;
– Το αν με ψάχνεις, δεν θα σου το πω εγώ. Όμως, πες μου Ηλιαχτίδα, φέρνεις τον Ήλιο μαζί σου; Περιμένω νά ‘ρθει το φως του, να φωτίσει το σπίτι μου.
– Εγώ είμαι ο προπομπός του Ήλιου ! Εγώ ψάχνω να βρω το δρόμο, είπε η Ηλιαχτίδα και συνέχισε να σεργιανάει μέσα στο σπίτι.
Κάποια στιγμή, σε μια γωνιά η Ηλιαχτίδα είδε μια φιγούρα να προβάλει. Της φάνηκε σαν γνώριμη , όμως δεν μπορούσε να ξεχωρίσει καλά μέσα στο μισοσκόταδο.
– Εσύ είσαι Αγάπη; ρώτησε
“Εγώ !” ακούστηκε μια φωνή σαν αντήχηση.
Κι η Ηλιαχτίδα έκανε ένα βήμα προς το μέρος της.
“Με ψάχνεις!” ακούστηκε πάλι η φωνή από τη μεριά της φιγούρας.
“Ίσως να είναι αυτή που ψάχνω” σκέφθηκε η Ηλιαχτίδα κι άφησε άλλη μια σπίθα να φύγει με το βλέμμα της.
Και η σπίθα πέταξε να βρει τα μαλλιά της φιγούρας, για να κάτσει.
Για λίγο έλαμψε, σκοντάφτοντας σε κάτι. Όμως, δεν μπόρεσε να σταθεί . Μια γυαλιστερή κρυάδα την οδηγούσε άθελά της στο πάτωμα.
– Είναι καθρέφτης ! απόρησε η Ηλιαχτίδα, βλέποντας καλύτερα τη στιγμή της αναλαμπής. Και λυπημένη αποτραβήχτηκε στο παράθυρο.
– Πού πας Ηλιαχτίδα ; ρώτησε η Αγάπη , που όλη αυτή την ώρα παρακολουθούσε αμίλητη.
– Πρέπει να συνεχίσω το δρόμο μου. Θα πω στον Ήλιο πως σε βρήκα!
Κι η Αγάπη έμεινε μόνη, να τριγυρίζει στα δωμάτια του σπιτιού.
Πώς ήθελε ν΄ ανοίξει όλα τα παράθυρα, να μπει το φως, να το φωτίσει !
Να διώξει τη σκόνη του χρόνου, που της έπνιγε την ανάσα !
Να δει όλα γύρω της να ζωντανεύουν !
Κοίταξε τον καθρέφτη που στεκόταν στη μισοσκότεινη γωνιά του.

– Γιατί θέλησες καθρέφτη, να πάρεις τη θωριά μου; Γιατί θέλησες να πάρεις το όνομά μου ; ρώτησε η Αγάπη . Όμως απάντηση δεν πήρε.
Η Αγάπη έσκυψε, μάζεψε στη χούφτα της τη σπίθα, που μισοσβησμένη κείτονταν στα πόδια του καθρέφτη, και τη φύλαξε στον κόρφο της, να τη ζεστάνει.
– Καθρέφτη μου, είπε για μια φορά ακόμη η Αγάπη.
Κάποτε, ήσουν ένα κομμάτι κρύσταλλο χωμένο βαθιά μέσα στο χώμα. Κάποιο χέρι σε βρήκε, σε φρόντισε, να βγεις από τα έγκατα της γης. Κι εσύ τότε μπορούσες να ‘χες γίνει μια κρυστάλλινη μορφή , να είχες σχηματίσει το πρόσωπό σου. Και τότε η ακτίνα του Ήλιου, θα μπορούσε, γλιστρώντας πάνω στις ανθρώπινες καμπύλες σου, να βρει το δρόμο της καρδιάς σου. Θα μπορούσε ν΄ απιθώσει εκεί τη σπίθα της, να σε ζεστάνει.
Όμως, εσύ προτίμησες, να γίνεις ένας λείος, γυαλιστερός καθρέφτης. Μην σε ξεγελά η αντανάκλαση που σχηματίζεται πάνω σου, όσο λαμπερή κι αν είναι. Μην σε ξεγελά η φιγούρα που σχηματίζεται στη λεία επιφάνειά σου !
Βλέπεις την κουρτίνα που κρέμεται στο παράθυρο; Με μια ριπή του ανέμου, μπορεί να μπει ανάμεσά μας και τότε η φιγούρα σου θα σβήσει!
Δοκίμασες να δανειστείς το πρόσωπό μου, να δανειστείς τη μιλιά μου, όμως έτσι, δεν θα μπορέσεις ποτέ να είσαι αληθινή. Θα ‘σαι πάντα μια αντήχηση, που θα χαθεί μόλις φύγω από κοντά σου.
Βρες τη φωνή σου, βρες τη σκέψη σου, βρες τη δική σου ψυχή και τότε θα γίνεις αδερφή μου. Εγώ είμαι πάντα εδώ και σε περιμένω.
“Αχ Ήλιε, Πατέρα μου ! Στείλε της, τη ζέστη σου κι εγώ έχω μια σπίθα σου φυλαγμένη για χάρη της!” .
Κι Αγάπη έριξε μια ματιά στο παράθυρο. Ένα δάκρυ ανάβλυσε από τα μάτια της και τότε μια ακτίνα ξέφυγε απ΄ την κορφή του βουνού, ήρθε και χάιδεψε τα μαλλιά της . Μάζεψε μέσα στη χούφτα της το δάκρυ, που κυλούσε και είπε :
– Αγάπη, μην κλαις !
– Ποιός είσαι ; ρώτησε η Αγάπη.
– Παιδί του Ήλιου είμαι κι εγώ. Κι εμένα με λένε Ηλιαχτίδα.
– Άκουσες το κάλεσμά μου και ήρθες ! είπε η Αγάπη
Έβγαλε τη σπίθα, που φύλαγε στον κόρφο της και την απίθωσε στη χούφτα της Ηλιαχτίδας κι αυτή τύλιξε το δάκρυ, που άρχισε να λαμπυρίζει σαν αστέρι.
– Έλα Ηλιαχτίδα, βόηθα με να βρω την αδερφή μου ! Έλα να της χαρίσουμε το αστέρι που έφτιαξες!
Κι η Ηλιαχτίδα ακούμπησε απαλά το αστέρι στην κορυφή του καθρέφτη.
Και τότε το δάκρυ χωρίστηκε από τ΄ αστέρι κι άρχισε καυτό να κυλάει, λούζοντας τη γυαλιστερή επιφάνεια κι αυτή πήρε να λειώνει.

– Πού βρίσκομαι ;
– Καλωσόρισες αδελφή, λέει η Αγάπη χαμογελαστά.
– Νοιώθω παράξενα, σαν να έχω έρθει από το πουθενά.
– Κάπως έτσι ήταν, λέει η Ηλιαχτίδα.
– Πώς ήταν το όνομά μου;
– Τι σημασία έχει ! Ίσως και να μην είχες τότε όνομα.
Όμως, τώρα είσαι αδερφή μου, της λέει η Αγάπη κι ένα χαμόγελο φώτισε το πρόσωπό της.
Άσε με να σου δώσω εγώ τ΄ όνομά σου!
Όσο καιρό φύλαγα τη σπίθα στον κόρφο μου, είχα την ελπίδα, πως μια μέρα θα σε δω ολοζώντανη μπροστά μου, γι αυτό θα σε ονομάσω Ελπίδα.
Έλα Ελπίδα, έλα αδερφή μου, πάμε να συγυρίσουμε το σπίτι μας !
