ΟΜηνάς είναι 16 ετών. Μισεί το σχολείο. Δεν μπορεί να δει κάποιο μέλλον. Θέλει μόνο να βγάλει λεφτά για να ζει άνετα. Να μην χτυπιέται από το πρωί μέχρι το βράδυ, όπως οι δικοί του που εργάζονται σε εναλλασσόμενες βάρδιες για να τα βγάλουν πέρα. Δεν τους βλέπει σχεδόν καθόλου κι όποτε τυχαίνει να τους δει, όλο νεύρα και παράπονα είναι.

Έχει και μια αδερφή 11 ετών με την οποία μοιράζεται και το δωμάτιό του. Δεν του αρέσει που το μοιράζεται με τη μικρή. Τί να πει μαζί της; Αυτός για την ομαδάρα και αυτή για κοριτσίστικες αηδίες;

Την Κυριακή την περιμένει πως και πως. Όταν ήταν μικρός πήγαινε πάντα με τον πατέρα του να δούνε την Ομάδα. Τώρα ο μπαμπάς είναι συνέχεια κουρασμένος, βλέπει το ματς από το σπίτι. Αλλά και να του έλεγε να πάνε μαζί, τί θα πουν οι φίλοι; Μωρό είναι για να πάει με τον μπαμπά του στο γήπεδο;

Σήμερα η Ομαδάρα έσκισε! 3-0 τους κερδίσαμε!
Βράχνιασε από τις φωνές, τις ιαχές, τα συνθήματα.

Όταν φωνάζει για την ομάδα και ακούει την φωνή του να δονείται , να ενώνεται μαζί με τις εκατοντάδες, τί λέω, χιλιάδες άλλες φωνές, νοιώθει δυνατός, σπουδαίος. Η παρέα στην κερκίδα των «πιστών» (οι ξενέρωτοι τους λένε φανατικούς), είναι η οικογένεια, η πατρίδα, η θρησκεία!! Επιτέλους, ανήκει κάπου σταθερά και για πάντα. Χωρίς απογοητεύσεις. Χωρίς προδοσία.

Στο σχολείο είχανε έρθει κάτι ηλίθιοι ψυχολόγοι, να μιλήσουνε λέει «κατά της βίας στους εφήβους» και τέτοια. Μόνο τα φυτά τους πρόσεχαν που είχαν καθίσει μπροστά – μπροστά.

Κάτι θυμάται κι αυτός ότι είχαν πει για την οπαδική βία, ότι από την αρχαία Ρώμη στις μάχες των μονομάχων και τις αρματοδρομίες συχνά υπήρχαν βίαια επεισόδια από τους θεατές. Και κάτι για το ποδόσφαιρο στην Αγγλία από τα τέλη του 19ου αιώνα, τον χουλιγκανισμό..
Τί ξέρουν αυτοί; Έχουν νοιώσει ποτέ αυτή τη συγκίνηση;

Και είναι και οι υπεύθυνοι της Ομάδας που μιλάνε για fair play, «όχι βία στα γήπεδα», αλλά ποιοι δίνουν τον παλμό στους αγώνες; Η κερκίδα των «πιστών». Εκεί η χαρά τον πλημμυρίζει, δεν σκέφτεται τίποτα.
Στο σπίτι τι να κάνει; Τελευταία οι γονείς όλο και περισσότερο τσακώνονται, πόρτες κλείνουν με δύναμη.. αυτός γιατί να γυρίσει σπίτι;

Οι «πιστοί» είναι οι τελευταίοι που φεύγουν από το γήπεδο. Στο τρένο, πιάνουν πάντα το τελευταίο βαγόνι. Είναι σχεδόν όλο δικό τους. Μόνο κάτι ζευγαράκια που δεν ασχολούνται και μια δυο γιαγιάδες που τους κοιτάζουν με παγωμένο χαμόγελο φόβου.

Τα συνθήματα συνεχίζονται. Ο Μηνάς πιάνεται από τον κεντρικό στύλο και στριφογυρίζει. Οι φίλοι γελάνε. «Δουλεύεις σε στριπτιτζάδικο, πόσα για ένα χορό;» Γελάει κι αυτός, αλλά κάτι αγριεύει μέσα του. Τώρα θα δουν, εγώ είμαι άντρας.

Πιάνεται από τις λαβές κοντά στην πόρτα, σηκώνει τον κορμό του και με τα πόδια αρχίζει να σπάει τα τζάμια από τις πόρτες.

Χαμός! Οι επιβάτες τρομάζουν, οι φίλοι τον δοξάζουν. Βγάζουν βιντεάκια, τα ανεβάζουν. Η καλύτερη στιγμή της ζωής του.

Στον επόμενο σταθμό οι πόρτες δεν ανοίγουν. Μπαίνουν αστυνομικοί. Το επόμενο που θυμάται είναι να τον έχουν μπρούμητα στην αποβάθρα και να του περνούν χειροπέδες. Κανείς φίλος πια. Κανένας δε μιλάει.

Στη ΓΑΔΑ τον περίμενε ο πατέρας του. «Να τον αφήσετε να σαπίσει στη φυλακή τον αλήτη». Βαρίδι στην καρδιά του. Ο θυμός γίνεται λυγμός, η χαρά ντροπή. Η μάνα του κλαίει, όπως όταν τσακώνεται με τον πατέρα.

Έμαθε κάτι ο Μηνάς από αυτή τη δυσάρεστη εμπειρία; Άλλαξε τρόπο σκέψης;

Θα το ελπίζαμε, αλλά όχι. Ο Μηνάς ζει σε μια οικογένεια όπου ο καθένας παλεύει μόνος του. Τα συναισθήματα δεν εκφράζονται. Ο κάματος από την καθημερινή βιοπάλη και τα αδιέξοδα που συναντούν σε κάθε προσπάθεια, φέρνουν την απαισιοδοξία για το μέλλον. Η ελπίδα έχει σβήσει.

Η βίαιη συμπεριφορά μέσα και έξω από την οικογένεια, είναι το ξέσπασμα αυτής της απελπισίας. Και σ’ έναν κόσμο που δεν προσφέρει, αυτό που θα έπρεπε να προσφέρει, ένα υγιές νόημα ζωής, ψάχνει να το βρει ο καθένας μόνος του. Πώς όμως;

Αν ένας νέος άνθρωπος δεν βιώνει συναισθηματική ασφάλεια στην οικογένεια και πνευματική κατεύθυνση από το σχολείο, θα τα ψάξει εκεί που θα νοιώσει την ζεστασιά του «ανήκειν». Χωρίς κρίση και διάκριση, θα αφεθεί να αναπαυθεί στην παραλυτική ασφάλεια της μάζας. Και θα την ονομάσει πατρίδα, οικογένεια σε μια προσπάθεια να καλύψει τα κενά της κοινωνικής ζωής του.

Υποσυνείδητα αναζητά την πνευματικότητα, γι’ αυτό θα την ονομάσει και θρησκεία.
Δεν είναι καθόλου τυχαίο που οι φανατικοί των ομάδων μιλάνε για «θρησκεία».
Πόσο μεγάλη είναι η ανάγκη μιας υγιούς πνευματικότητας στον άνθρωπο και πόσο αυτό μπορεί να διαστρεβλωθεί! Πώς, όμως, θα την προσεγγίσει μέσα από αυτή την ανισορροπία;

Η ευθύνη της φροντίδας του εαυτού, της επούλωσης των τραυμάτων μας, της εξισορρόπησης νου, ψυχής και σώματος, με λίγα λόγια η διαρκής βιωματική αυτογνωσία, είναι ο μόνος δρόμος και τότε το ανήκειν αποκτά μια άλλη διάσταση, ενωτική, όχι όμως με κριτήρια οπαδού και διάκρισης, αλλά σεβασμού και υγιούς αμοιβαιότητας για τον συνάνθρωπο και το περιβάλλον.

Κι εκεί καμιά έκφρασή βίας δεν χρειάζεται, δεν ταιριάζει και δεν δικαιολογείται.
Ε.Ρ