Στην άκρη της αυλής ο μικρός κουβάς μετράει τις ώρες της μοναξιάς του. Τον είχε φέρει η θεία Περσεφόνη μια μέρα που ήρθε για επίσκεψη στο σπίτι. Ήταν γερός καλοκαμωμένος, ένας μικρός τσίγκινος κουβάς με στρογγυλό χερούλι.

-Πέρναγα από τον γανωματή και μόλις τον είχε φτιάξει, αν θες να τραβήξεις λίγο νερό απ΄  το πηγάδι είναι ό,τι πρέπει.
«Τι τον θέλουμε;» γκρίνιαξε από μέσα της η νοικοκυρά. «Έχουμε κουβά για το πηγάδι κι άλλον ένα για τη λάτρα».

Με τίποτα δεν ήταν ευχαριστημένη αυτή. Τον κράτησε όμως, «μην παρεξηγηθεί η θεία» και βέβαια τον παράτησε σ΄ εκείνη την ξεχασμένη άκρη.
Καμιά φορά τον θυμόταν. ΄Όταν ήθελε να καθαρίσει τα σκουπίδια από την αυλή, του τά ’ριχνε όλα μέσα. Βέβαια, δεν μπορεί να πει, τον άδειαζαν κάποια στιγμή.«Αυτός βρωμάει!» έλεγε η νοικοκυρά μ’ αποστροφή κι έστελνε το παιδί να τον καθαρίσει όπως-όπως.
Αν μπορούσε θα’ λεγε πως δεν του άρεσε καθόλου αυτή η ζωή, όμως ήταν κουβάς, δεν είχε στόμα να μιλήσει.
Πώς θα ’θελε μια έστω μόνο φορά κι αυτός να νοιώσει το σώμα του να βυθίζεται μέσα στη δροσιά του υπόγειου ποταμού, ν’ αδράξει μια χούφτα απ’ το πηγαίο νερό και να την φέρει στους ανθρώπους!

Μαρτύριο ήταν κι όταν έρχονταν οι φίλοι των παιδιών να παίξουν στην αυλή. Ιδίως εκείνο το παιδοβούβαλο με τα χοντρά παπούτσια, σημάδι τον είχε βάλει !
«Εγώ δεν είμαι μπάλα ελαστική!» ήθελε να φωνάξει «μη με κλωτσάς!», όμως δεν είχε στόμα.
Άλλος τον έκανε καλάθι για το τόπι. Δεν θα’ χε αντίρρηση, αν ήταν ένα πλεκτό καλάθι με τρύπα από κάτω, σαν την μπασκέτα που κρεμόταν στην άλλη άκρη της αυλής.

Όμως ήτανε τσίγκινος κουβάς για το πηγάδι και όλα τ’ άλλα τον πονούσαν.
Μόνο ο Μήτσος δεν τον πείραζε. Ήσυχο παιδί ο Μήτσος, δεν έμπλεκε σε άγρια παιχνίδια. Όλο στο σκαλάκι καθόταν και συλλογιόταν. Καμιά φορά προσπαθούσε να υψώσει τη φωνή του.
«Γιατί πατάτε τα λουλούδια; Τι σου φταίει ο κουβάς και τον κλωτσάς;»
Έπεφτε όμως καζούρα και σώπαινε, άλλωστε ήταν ο μικρότερος, δεν μπορούσε να τα βάλει με όλους τους άλλους.

Τον είχε προσέξει ο Μήτσος τον μικρό κουβά. Όπως ήταν παρατημένος εκεί, στην άκρη της αυλής, του ‘δινε την εντύπωση πως κουβάλαγε τη δική του μοναξιά. Αυτή τη μοναξιά που ξέχναγε μόνο όταν βρισκόταν σ’ εκείνον τον μικρό κήπο που προσπαθούσε εδώ και λίγο καιρό να φτιάξει στο πίσω μέρος του σπιτιού του.
Δυό δρασκελιές χώμα ήταν. Όμως, αυτού, του έφτανε. Ίδρωσε μέχρι να τον αφήσουν οι δικοί του. Με τα χίλια ζόρια τους έπεισε ότι μπορούσε να φτιάξει τον δικό του κήπο και μάλιστα να παίρνει και νερό από τη στέρνα, εκεί που χυνόταν το νερό της πηγής απ’ το βουνό.

Σαν τον αητό άδραξε την ευκαιρία εκείνη την ημέρα, πού ’παν να του κάνουν ένα δώρο. «Τον μικρό κουβά θα ήθελα» είπε.
«Πάρ’ τον, χάρισμά σου!» λέει με ανακούφιση η νοικοκυρά. Τώρα έχει δικαιολογία για τη θεία Περσεφόνη να της πει, γιατί έβγαλε τον κουβά από τη μέση.

Χθες ο Μήτσος κι ο κουβάς είχαν πολλή δουλειά.  Να ποτίσουν τα λουλούδια του κήπου, να ραντίσουν το χώμα να κάτσει η σκόνη, να πλύνουν το πλακόστρωτο. Γεμάτος χαρά ένοιωθε το χέρι του Μήτσου να τον πιάνει απ’ το χερούλι και να τον βουτά μέσα στη στέρνα. Γέμιζε με το νερό της πηγής, το άδειαζε, και πάλι το ίδιο.

Σήμερα ξεκουράζεται, κάθεται και καμαρώνει το έργο που έφτιαξαν μαζί.
Παρατηρεί τον Μήτσο που πηγαίνει πέρα – δώθε. Είναι βλέπεις Πρωτομαγιά και φτιάχνει λουλούδινα στεφάνια. Ένα το κρέμασε στο πορτόφυλλο και τώρα ετοιμάζει κι άλλο κι έρχεται προς το δικό του μέρος.

Μια σταγόνα από το νερό που είχε ξεμείνει ήταν άραγε, αυτό που κύλησε στο πλάι του μικρού κουβά;
Ή μήπως ήταν δάκρυ χαράς, χαράς που ένοιωσε, μόλις ο Μήτσος τον στόλισε με ένα ολοδικό του μαγιοστέφανο;