Το κασκέτο χωμένο βαθειά μέχρι τα φρύδια, το βλέμμα πεισματάρικο, ώμοι σφιγμένοι, τα χέρια στις τσέπες, προχωρά βιαστικά. Δεν βιάζεται, άλλωστε δεν ξέρει πού θα πάει, μάλλον από τα νεύρα του τρέχει.
Ακούς εκεί κατάσταση ! Σπίτι είναι αυτό που τού ‘λαχε να ζει; Όλο μη και μη. Μη το ένα, μη το άλλο. Όλο απαγορεύσεις .
Κι από χάρες ; καμμιά δεν του κάνουν. Τί τους ζήτησε πια ;
Σιγά τα λάχανα ! Τόσο σπουδαίο είναι να του πάρουν μια μπάλα για το ποδόσφαιρο ;
Τρίτη μπάλα, λέει δεν του παίρνουν. Είναι σκληροί και άδικοι. Μήπως αυτός έφταιγε χτες, που έδωσε τόσο δυνατή κλωτσιά κι έπεσε η μπάλα στο πηγάδι του γείτονα ; Κι η άλλη πια, ουου, έχει περάσει καιρός που την έχει χάσει. Μήπως τό ‘θελε το καλοκαίρι να την ξεχάσει στην παραλία;
Έχει ψύχρα, τα παράθυρα των σπιτιών είναι κλειστά και σκοτεινιάζει κιόλας. Δεν του αρέσει, αλλά προχωρά πεισμωμένος.
– Έϊ φίλε !
Όχι δα και “φίλε “! Ποιός είναι αυτός που αποφάσισε πως είναι φίλος μου, με ρώτησε;
– Έϊ Θύμιο !
Από πού ξεφύτρωσε έτσι ξαφνικά ; Σαν να μου μοιάζει, αλλά είναι κάπως διαφορετικός, αέρινος, ανάλαφρος.
Και ξέρει και τ΄ όνομά μου ! Τώρα θα του πω εγώ !
– Τί θε΄ ρε νυχτιάτικα ;
– Πού πας ;
– Και τί σε νοιάζει ;
– Μπορεί και να με νοιάζει και να μη με νοιάζει. Είπα μήπως πάμε από την ίδια τη μεριά, να προχωρήσουμε παρέα. Πας σπίτι σου ;
– Σιγά μην πάω σπίτι μου ! Μόνο εκεί δεν θέλω νά ‘μαι !
– Και γιατί παρακαλώ ;
– Να μη σε κόφτει !….. Πολύ περίεργος είσαι… Ε, λοιπόν μη με κοιτάς έτσι, θα σου πω. Δεν ξέρεις σε τί σπίτι ζω, σκέτη κόλαση. Όλο κανόνες και θεωρίες . Να γίνω λέει καλός, η ζωή λέει είναι δύσκολη, θέλει αγώνα. ‘Άμα, λένε, είμαι χαϊδεμένος, τί θα κάνω μετά ; Όταν μεγαλώσω, στην πρώτη δυσκολία θα “σπάσω” . Έτσι ακριβώς μου λένε. Κουραφέξαλα. Κι εγώ έφυγα να βρω καλύτερο σπίτι .
– Λοιπόν, ξέρεις ίσως εγώ μπορέσω να σε βοηθήσω.
– Αλήθεια ; Πώς ;
– Πες μου πρώτα, ξέρεις κανένα πιο καλό απ΄ το δικό σου σπίτι;
– Ου, αμέ, μπορώ να σου πω όσα θες, ξέρω ένα σωρό φίλους μου που είναι πιο καλά από μένα. Αλλά πώς θα βοηθήσεις ;
– Ξέρω κόλπα, πολλά κόλπα. Ένα κόλπο είναι ότι μπορώ να δω πίσω απ΄ τα κλειστά παράθυρα. Αν με πιάσεις απ΄ το χέρι, θα δεις κι εσύ. Έλα, δείξε μου πιο σπίτι θέλεις.
– Να! εδώ στη γωνία, αυτό με τον κήπο. Ο μπαμπάς του Τάκη, του πήρε στη γιορτή του ένα ηλεκτροκίνητο αυτοκίνητο σαν των μεγάλων.
– Για κοίτα μέσα τί βλέπεις ;
– Ο Τάκης κλαίει , γιατί άραγε ;
– Αν κάνεις ησυχία θ΄ ακούσεις.
– Ρωτάει τη μάνα του, τί θα πει καταχραστής και πότε θα γυρίσει ο μπαμπάς του σπίτι. Αλήθεια, εσύ ξέρεις τί θα πει καταχραστής ;
– Ξέρω, αλλά πες μου θά ‘θελες ένα τέτοιο σπίτι ;
– Καλύτερα να σου δείξω του Μάκη. Αυτουνού οι γονείς θα είναι πολύ καλοί.
– Τους έχεις γνωρίσει τους γονείς του ;
– Όχι, αλλά σίγουρα τον αφήνουν να παίζει όσο θέλει και κανείς δεν τον μαλώνει, γιατί όλη μέρα είναι στο δρόμο.
– Άντε, πάμε κι εκεί .
– Να, εδώ είναι !
– Ρίξε μια ματιά και πες μου, θες να ζεις εδώ ;
– Πω, πω, εδώ δεν έχει τίποτα. Μόνο ένα τραπέζι, δυο κρεβάτια. Πού λες να έχει τα παιχνίδια του ; Οι γονείς του πού είναι ; Μόνο τον παππού του βλέπω. Και είναι πολύ γέρος. Ο δικός μου είναι πιο καλός.
– Τον έχεις ακούσει να σου μιλά ποτέ για τους γονείς του ; Ας πούμε ότι πήγε το καλοκαίρι στην παραλία μαζί τους όπως εσύ ; Τον περιμένουν όταν γυρίζει σπίτι;
Θες να συνεχίσουμε, να πάμε αλλού ;
– Α μπα, καλύτερα να γυρίσω πίσω. Ίσως, τελικά, να μην είναι τόσο χάλια. Στο κάτω- κάτω μπορεί να ‘φταιγα εγώ, που έχανα τις μπάλες.
– Να ! Κοντεύουμε. Αυτό, δεν είναι το σπίτι σου ; Άντε, πήγαινε και να μην ξεχνάς από δω και μπρος το κόλπο που σού ‘μαθα.
Να μπορείς να βλέπεις πίσω από τα κλειστά παράθυρα.
Μπροστά στην πόρτα ο Θύμιος, έτοιμος να χτυπήσει το κουδούνι, κοιτάζει το φίλο της νύχτας να ξεμακραίνει.
– Κι αν θέλω να σε ξαναβρώ, πώς θα σε φωνάξω ; πώς θα σε πω;
– Πες με φύλακα άγγελό σου, πες με εαυτό σου .

