Ψίθυροι ξεσηκώνονται μέσα στο σούρουπο. Πρώτη η γέρικη περικοκλάδα άρχισε ανήσυχη ν’ αναδεύει τα φύλλα της.
«Δεν θα προλάβει» αναλογίσθηκε.

Μια τούφα από κρίνα στη μέση του κήπου σκορπίζουν την τελευταία πινελιά απ’ τ’ άρωμα της μέρας. Οι νεραγκούλες γέρνουν ακουμπώντας τα κεφάλια τους. Οι μαργαρίτες μαζεύουν τα πέταλά τους για τη νύχτα κι ο ήλιος είναι έτοιμος πια να φύγει. Απ’ το πρωί περίμεναν γεννητούρια στον κήπο κι ακόμη τίποτα. Θα προλάβει σήμερα; Δεν θα προλάβει;

Η σιγαλιά απλώνεται, ο ύπνος τυλίγει τον κήπο, όμως μια έγνοια πλανάται στον αέρα:
Τί θ’ απογίνει τ’ ορφανό μέσα στη νύχτα; Ποιός θα το ορμηνεύσει; Ποιός θα του πει: «Ο ήλιος είναι η τροφή σου!»
Κι είναι η νυχτιά συννεφιασμένη, σκοτεινή.

Κίνηση αθέλητη νοιώθει στα σωθικά του. Λύνονται σάμπως τα δεσμά;
Τεντώνεται, απλώνεται, θέλει να νοιώσει και να δει, να δει τον εαυτό του.
Θε’ να μετρήσει τα πέταλα ένα-ένα κι όμως δεν μπορεί !

Δεν λέει, ξεμούδιασε από πριν, αλλά πού η διαφορά του;
Τί άλλαξε ; Πού είναι εδώ που ήρθε ;
Πού είν’ οι σύντροφοι; Πού ‘ναι τα λουλούδια-αδέρφια του, να το προϋπαντήσουν;

Κοιτά δεξιά, κοιτά αριστερά τίποτα δεν διακρίνει. Πηχτό σκοτάδι γύρω του!
Αυτός να΄ ναι άραγε ο πάνω κόσμος; κρύο; μαυρίλα; σκοτεινιά;
Ανάρια γίνονται τα σύννεφα και σαν να βλέπει κάτι. Σκιές θολές. Νεράιδες που χορεύουνε; Κάτι περνά από δίπλα του κι αυτό ριγά από τρόμο. Όμως το νυχτοπούλι αδιάφορο, απλώνει τα φτερά του.

Και σάμπως κι αν γεννήθηκε; τί ένοιωσε; τί είδε; Λουλούδι του ‘παν θα γενεί !
Τί να σημαίνει τούτο ;
Tότε που ‘τανε σπόρος μεσ΄ τη γη, το έτρεφε η ελπίδα, όμως τώρα δεν ξέρει πού να την ευρεί !

Να ρουφήξει αέρα δροσερό, το μίσχο να τεντώσει , την ανάσα να νοιώσει να κατεβαίνει μέσ’ τη ρίζα. Θέλει να δει πού φθάνει, μα ο φόβος δεν τ’ αφήνει.
Αχ ! Πόσο θα ‘θελε ετούτη τη στιγμή, πίσω να γυρίσει!
Να μαζευτεί και να κρυφτεί ! Πάλι στον κάλυκά του !
Βαριανασαίνει με καημό, τα πέταλα ζαρώνουν, σαν άψυχα στο πλάι κρέμονται.
Άχρωμη που είναι η ζωή !

Σαν βέλος σκίζει η πρώτη αχτίνα τη νυχτιά.
Ζαλίζεται τρομάζει. Τί θε’ να ‘ναι αυτό; Μήπως πληγώνει;
Σκύβει, σκύβει όσο μπορεί. Πού να κρυφτεί ;
Κάτω απ’ το θάμνο ! Εκεί είναι σκιερά, εκεί θα βρει αυτό που ξέρει, το γνώριμό του το σκοτάδι !
Κι άλλη ακτίνα, κι άλλη !
Ο κήπος τανύζεται, ξυπνάει!

«Αύρα, στείλε μου δύναμη να κινηθώ, να δω τί γίνεται το άμοιρο; πού εχάθη ;»

Σκύβει η γέρικη κορμοστασιά, σκύβει από δω, σκύβει από εκεί και πούθε να ‘ναι;

« Στείλε αηδόνι τη φωνή, στείλε το μαγικό τραγούδι για να ξυπνήσει την ψυχή!»
« Ζέστανε ήλιε ! Ξύπνα τον κήπο, ν’ απλωθεί το άρωμά των κρίνων !


Λάμπει ο ήλιος στην κορφή, ζεσταίνει τον αγέρα. Λούζεται ο κήπος με το φώς.

Μια ακτινούλα τόσο δα σα μια λεπτή κλωστούλα  τρυπώνει στον σκιερό το  θάμνο.
 

«Ποιος είσαι εσύ και γιατί κρύβεσαι; Δεν είσαι νυχτολούλουδο να ζεις μεσ’ το σκοτάδι! Μη με φοβάσαι! Εργάτης του ήλιου είμαι εγώ, του άρχοντα της γης μας.
Γι αυτό ήρθα, να σε βρω, τον ήλιο να σου δείξω . ‘Ασε ελεύθερα τα φύλλα σου να νοιώσουνε τη ζέστη !»

Δειλά- δειλά σηκώνεται, ορθώνεται, του κήπου τ’ άρωμα ρουφά. Του ήλιου η φωτιά μπαίνει στα σωθικά του. Μέσα του ορμούν οι χυμοί της γης κι απλώνονται σαν αίμα νεαρού παιδιού που βράζει.

Και το λουλούδι που γεννήθηκε νύχτα, τον ήλιο ατενίζει τώρα πια , από την πρώτη τη στιγμή της κάθε μέρας. Η ρίζα του το κρατά στη γη κι όμως αυτό μπορεί να ταξιδεύει μαζί του από ανατολή σε δύση .

Και το λουλούδι που γεννήθηκε νύχτα, δεν νοιάζεται τώρα πια, που πέφτει το σκοτάδι, γιατί ξέρει μέσα του βαθιά, πως σίγουρα αύριο, πάλι ο ήλιος θ’ ανατείλει και πάλι από τούτη εδώ τη γη ένα καινούργιο ταξίδι θε ν΄ αρχίσουνε παρέα .

Γιατί το λουλούδι που γεννήθηκε νύχτα, ξέρει τώρα πια πως είναι ένα λουλούδι του ήλιου.

Είναι ένα ηλιοτρόπιο!!