Μια από τις ανθρώπινες τάσεις είναι να θεωρούμε τον εαυτό μας ιδιαίτερο, πέραν του μέσου όρου. Αν όμως όλοι ανεξαιρέτως, ξεφεύγουμε από τον μέσο όρο, τότε δεν θα υπήρχε μέσος όρος!
Την φράση «το καλύτερο παιδί» την έχουμε ακούσει ή την έχουμε πει λίγο πολύ όλοι. Χωρίς να αναρωτηθούμε ποτέ, το «καλύτερο» σε σχέση με ποιον; Σε ποιον τομέα; Και ποιος ορίζει τα κριτήρια; Αντίστοιχα και το «χειρότερο». Διότι οι συγκρίσεις, που κάνουμε είναι και προς τα πάνω και προς τα κάτω.
Είμαστε μονίμως σε έναν ανταγωνισμό ποιος έχει τα περισσότερα αγαθά, ικανότητες, αρετές, αλλά ακόμα και το ποιος έχει τις περισσότερες ελλείψεις, προβλήματα, ελαττώματα, έως και στον «σταυρό που κουβαλάμε» μας αρέσει να θεωρούμαστε ότι δοκιμαζόμαστε από την μεγαλύτερη δυστυχία.
Το τι έχει προτεραιότητα για εμάς επηρεάζεται όχι μόνο από την προσωπικότητα μας, αλλά και από την κουλτούρα της κοινωνίας μας και τι θεωρείται κοινωνικά πιο σημαίνον. Π.χ. σε μια υλιστική κοινωνία εξέχει αυτός που έχει τον μεγαλύτερο μισθό, την καλύτερη δουλειά, το πιο ακριβό αυτοκίνητο, τον πιο όμορφο σύντροφο κ.α. Σε μια πιο ιδεαλιστική κοινωνία μπορεί να εξέχει ο πιο σοφός, ο πιο ικανός να ελέγξει τον εαυτό του και τις ορμές του και αν και οξύμωρο ακόμα κι αυτός που θεωρείται πιο ταπεινός!

Τώρα σε μια κοινωνία που είναι πολιτισμικά «στην μέση» μπορεί να κονταροχτυπιούνται και οι δύο τάσεις. Π.χ. Έχω ένα αξιοπρεπή μισθό, την οικογένεια μου την ζηλεύουν όλοι, είμαι ευγενικός και καλότροπος και είμαι και πιο ψαγμένος από τον μέσο όρο!
Αυτή η ψευδής υπεροχή που τόσο κυνηγάμε, τροφοδοτείται από το να μειώσουμε με κάποιον τρόπο τους γύρω μας. Θεωρούμε ότι οι υπόλοιποι είναι «λιγότεροι» από εμάς σε κάποιο τομέα και άρα εμείς είμαστε σε πλεονεκτικότερη θέση.
Για να συντηρήσουμε δε αυτήν την ψευδή αυτοεκτίμηση, το ραντάρ μας δουλεύει συνεχώς ψάχνοντας για ψεγάδια οπουδήποτε εκτός των εαυτών μας. Κοιτάμε τα «άσχημα» ντυσίματα στον δρόμο, παρακολουθούμε τις αποτυχίες στα διαγωνιζόμενα «ταλέντα» στην τηλεόραση ή όλες τις αρνητικές ειδήσεις που βγάζουν εμάς στον καναπέ μας ενάρετους και αμόλυντους, σταματούμε στο δρόμο μας για να δούμε τον καυγά και σιγοψυθιρίζουμε στον εαυτό μας «αν είναι δυνατόν, πώς κάνουν έτσι;».
Λες και φοράμε τα γυαλιά που παρατηρούν την ανθρώπινη φύση μόνο όταν δοκιμάζεται και λυγίζει στην «χειρότερη» συμπεριφορά που εμείς κρίνουμε εκείνη την στιγμή… Αρκετά απομακρυσμένοι βέβαια από την ίδια δοκιμασία στο πετσί μας.
Αυτή η προσέγγιση παρότι τροφοδοτεί την ψευδή αυτοεκτίμηση μας για μερικές στιγμές, έχει κάποια πολύ σοβαρά μειονεκτήματα. Όταν ψάχνουμε πάντα για το χειρότερο στους άλλους, η αντίληψη μας θολώνει από ένα πέπλο αρνητικότητας. Οι σκέψεις μας είναι κακεντρεχείς και αυτό δομεί το πνευματικό οικοσύστημα στο οποίο κατοικούμε.

Εκτός του ότι διαμορφώνει την νοητική μας κατάσταση, οι συγκρίσεις εις βάρος των άλλων στην πραγματικότητα μας βλάπτουν κι αλλιώς. Με το να «ρίχνουμε» διαρκώς τους άλλους δημιουργούμε και συντηρούμε ένα καθεστώς αποσύνδεσης από τους ανθρώπους γύρω μας και απομόνωσης, κάτι που είναι αποδεδειγμένα εναντίον της όποιας εξελικτικής μας προσπάθειας, είτε ατομικά, είτε συλλογικά.
Ας δούμε τον εαυτό μας όπως πραγματικά είναι και ας τον αποδεχτούμε.
Όλοι οι άνθρωποι έχουν κάποια χαρακτηριστικά που κοινωνικά θεωρούνται «ανώτερα» του μέσου όρου, κάποια χαρακτηριστικά που θεωρούνται ότι είναι εντός του «μέσου όρου» και κάποια που θεωρούνται «κάτω» του μέσου όρου. Μπορούμε να αποδεχτούμε όλες αυτές τις πτυχές του εαυτού μας;
Το να είμαστε άνθρωποι δεν σημαίνει ότι οφείλουμε να είμαστε ανώτεροι από τους άλλους. Το να είμαστε άνθρωποι σημαίνει να είμαστε ανθρώπινοι και να αγκαλιάζουμε ολόκληρη την ανθρώπινη υπόσταση μας, την αρνητική, την θετική και την ουδέτερη πλευρά της.
Π.Ζ
