Αν ήταν κάποιος, εκείνο το χάραμα, εκεί στο πλάτωμα του βουνού, στην άκρη της λίμνης κι αφουγκραζόταν, θ’ άκουγε το χώμα να τρίζει, ακριβώς εκείνη τη στιγμή που ‘σκασε το πρώτο φυλλαράκι.
Το φυλλαράκι, που έγινε κλαράκι, ψιλόλιγνο, ανέβαινε να βρει τον ήλιο. Κάθε άνοιξη φούντωναν τα φύλλα του. Καμαρωτό και χαρούμενο λικνιζόταν στο απαλό αεράκι του βουνού. Του άρεσε που μεγάλωνε. Του άρεσε να κοιτάζει τα παιδιά του χωριού που έπαιζαν κάθε απόγευμα δίπλα στη λίμνη.
Κάποια άνοιξη, είχε ψηλώσει αρκετά πια, ένοιωσε ένα σκίρτημα στα κλαράκια του, περίμενε όμως υπομονετικά να δει, τι είναι αυτό που του συμβαίνει. Ένα πρωί, το σκίρτημα είχε περάσει. Σκύβει να κοιταχτεί στη λίμνη και μένει έκθαμβο. Τα κλαράκια του ήταν γεμάτα μικρά απαλά ασπρορόδινα λουλουδάκια.
Του άρεσαν τόσο! και τι έκπληξη όταν το φθινόπωρο τα λουλουδάκια έγιναν μήλα ! Πράσινα στην αρχή, ροδοκόκκινα όταν πια είχαν ωριμάσει.
Ήρθαν τα παιδιά και η μικρή μηλιά άφησε τα μήλα να πέσουν στα χέρια τους. Τι χαρούμενη ήταν που μπορούσε να χαρίσει στα παιδιά μήλα!
Από τότε, κάθε απόγευμα, έρχονταν τα παιδιά να τους δώσει μήλα και να παίξουν στη σκιά των φύλλων της. Κι εκείνη ήθελε μόνο να μεγαλώνει και να τους δίνει όλο και περισσότερα μήλα.
Τόσο πολύ το είχε στο μυαλό της, που ξέχασε όλα τα άλλα. Καθώς άπλωνε τις ρίζες της απρόσεχτα, αυτές χώθηκαν μέσα στο βράχο. Τώρα δυσκολευόταν πολύ να ρουφήξει τους χυμούς της γης.
Μια άνοιξη, μάλιστα, ο καιρός ήταν κακός. Τα πουλιά πετούσαν γύρω στα βουνά κι έλεγαν σ’ όλα τα δεντράκια να προσέξουν, η παγωνιά δεν είχε φύγει ακόμη. Η μικρή μας μηλιά, καθώς ήταν φουριόζα, δεν άκουγε το τιτίβισμα των πουλιών. Είχε το νου της μόνο στα μήλα, που ήθελε να δώσει στα παιδιά.
Τα κατάφερε και άνθισε, όμως ο πάγος έκαψε τα πιο πολλά λουλούδια της. Αυτή τη χρονιά τα μήλα της ήταν λίγα, πολύ λίγα κι η ίδια άρχισε να μαραζώνει. Στεκόταν λυπημένη στην άκρη της λίμνης, τα παιδιά δεν έρχονταν πια να παίξουν κάτω από τη σκιά της.
Ένα σούρουπο μονολογούσε:
-Κοίταξε, εγώ που έχω τόση επιθυμία να προσφέρω τα μήλα μου στα παιδιά και κοίτα πώς κατάντησα ! Ούτε μήλα, ούτε παιδιά! Τι να έφταιξε άραγε;
Και καθώς έγειρε λυπημένη, βλέπει τον εαυτό της μέσα στη λίμνη. Καχεκτική, ζαρωμένη, με τα λιγοστά της μήλα, θυμήθηκε εκείνη την πρώτη φορά, που έσκυψε και είδε τον κορμό της γεμάτο λουλούδια, γεμάτο ζωή, γεμάτο ελπίδα για το μέλλον.
Πώς ήταν τότε! Πώς πρόσεχε τα λουλούδια της ! Πώς πρόσεχε τις ρίζες να ρουφήξουν τους πιο καλούς χυμούς της γης, για να ‘ναι σίγουρη πως θα κάνει μήλα νόστιμα και θρεπτικά.
Πώς φρόντιζε τον εαυτό της! Τώρα με την αφροντισιά της κόντευε να χάσει τελείως αυτό που επιθυμούσε, να προσφέρει τα μήλα της στα παιδιά.
Τινάζεται η μικρή μηλιά, ορθώνει το ανάστημά της κι αποφασίζει.
Πρέπει να γίνει πάλι όμορφη, γερή και δυνατή.
Οσμίζεται το χώμα και στέλνει τις ρίζες της να βρουν τα δροσερά νερά της λίμνης. Ρουφά τον αέρα του βουνά και στέλνει δύναμη στα κλαδιά της. Φροντίζει κάθε φυλλαράκι της, κάθε μπουμπούκι.
Αυτή την άνοιξη ήρθαν πάλι τα παιδιά να παίξουν κάτω από τη σκιά της.
Αυτό το φθινόπωρο γέμισαν την αγκαλιά τους με μήλα.




