Στάθηκε να πάρει μιαν ανάσα, σκουπίζοντας τον ιδρώτα, που κυλούσε στο πρόσωπό του.  Άραγε ήταν μόνο ιδρώτας ή και δάκρυα μαζί;

Δούλευε ολημερίς με σκυφτό κεφάλι. Προσπαθούσε με φιλότιμο να συγκεντρωθεί, όμως ο νους του έτρεχε όλο πίσω. Εκεί πέρα μακρυά, στην πατρίδα, στην πηγή του.

Κοίταξε το σκληρό τοπίο γύρω του. Τί αντίθεση με την πατρίδα!
Εκεί ήταν ο παράδεισος! Πολύ αχνές οι εικόνες της κι όμως ένοιωθε ανείπωτη αγαλλίαση, μόλις ερχόντουσαν στη θύμησή του.

Σκύβει ξανά. Υπόκωφος αναστεναγμός βγαίνει απ’ τα χείλια του. Σιωπηλά συνεχίζει τη δουλειά του.
Άλλοτε έκλαιγε, χτυπιόταν, όλο ήθελε να φύγει. Τώρα πια το ξέρει. Αυτό είναι το χρέος του, να δουλέψει στη σκληρή ξενιτιά. Μόνη ελπίδα του, να συγκεντρώσει ό,τι του χρειάζεται, για να μπορέσει να γυρίσει πίσω, όπως ακριβώς του πρέπει.

Θέλει να έχει τα χέρια του γεμάτα, να δει νά ‘ρχονται τα φωτεινά πρόσωπα, να τον προϋπαντήσουν κι αυτός να τους αντικρύσει με το χαμόγελο στα χείλη. Πόσα έχει συνεχώς στο μυαλό του. Πρέπει να διαλέξει και μια πυξίδα σ΄ ετούτη εδώ τη χώρα, γιατί πώς θα βρει το δρόμο του; Χωρίς πυξίδα, ίσως λοξοδρομήσει και χαθεί και τότε μπορεί να βρεθεί και πάλι πίσω, ή ακόμα χειρότερα να πέσει σ΄ εκείνη τη χώρα με τις καταβόθρες, που σε καταπίνουν στο άψε-σβύσε και χάνεσαι για πάντα . Πρέπει να είναι πολύ προσεχτικός μη χάσει τα υπάρχοντα, που μαζεύει με τόσο κόπο!

Απλά κι ασήμαντα θα φάνταζαν στα μάτια σας , για κείνον όμως είναι θησαυροί κι ας μην πουλιώνται. Τέτοιους θησαυρούς δεν τους εξαργυρώνουν οι σαράφηδες. Αυτοί έχουνε αξία μόνο στην πατρίδα. Κι όμως συχνά κινδύνεψε να του πέσουνε στο δρόμο. Άλλες φορές πήγαν κάποιοι να τους κλέψουν. Ποτέ δεν κατάλαβε το γιατί. Αφού δεν θα μπορούσαν να τους πουλήσουν. Τους έσπρωξε η ζήλια κι η κακία, που φούντωσαν μέσα τους από τη δυστυχία; Ποιός ξέρει;

Δεν ξέρει πότε θά ‘ρθει η ώρα του μεγάλου ταξιδιού. Πρέπει να κάνει υπομονή μέχρι να ‘ρθει το καράβι, αυτό που έχει θέση φυλαγμένη ειδικά για κείνον. Όμως, ακόμη δεν του μήνυσαν το πότε, γι αυτό πρέπει νά ‘ναι πάντα έτοιμος.

Δεν έχει παράπονο από τη ζωή εδώ, πράγματα πολλά, ρούχα ζεστά, φαγητό κονάκι, όμως η πατρίδα είναι πατρίδα. Εκεί δεν έχει πόνο, μόνο αγάπη και χαρά. Εκεί δεν έχει μίση και κακίες. Δεν έχει, εκεί, ανάγκη να κοιτάζει συνεχώς μήπως τον μαχαιρώσουνε πισώπλατα. Γι αυτό θέλει να φύγει. Να φύγει έτσι, χωρίς πρόγραμμα! Και πάλι δεν μπορεί. Τόσοι ανήμποροι, γέροι, παιδιά, τόσα ορφανά πού θα τ΄ αφήσει;

ααα

photo:pixabay.com

Συχνά μαζεύονται γύρω του τα βράδια. Και τότε τους λέει παραμύθια απ΄ την πατρίδα τη γεμάτη από άρωμα από τα κρίνα και τα ρόδα.
Πρέπει να κρατήσουνε τις μνήμες ζωντανές !

Κι όμως πάντα λαχταρά. Σπαρταρά η ψυχή του. Αγναντεύει ψηλά στον ουρανό, στέλνει τη σκέψη του να σκαρφαλώσει στο σύννεφο που φεύγει . Ας μη λυθεί, ας ταξιδέψει σαν το μαγικό χαλί, μήπως και φθάσει στ’ αγαπημένα πρόσωπα, στα πέρατα του κόσμου.

Στήνει στην ηχώ τ’ αυτί μήπως κι ακούσει τις ορμήνιες τους και φωτισθεί το σκότος. Πότε-πότε, σαν αναλαμπή, οι φιγούρες τους αστράφτουν μπρος στα μάτια του, μα δεν μπορεί να τις αγγίξει. Είν’ φαντασία, είναι αλήθεια ή όνειρο; Δεν θέλει να το ψάξει .

Μια μέρα δεν άντεξε κι έγραψε ένα γράμμα στο γενάρχη. Πατέρα τον είπε. Πατέρα τον προσφωνούσαν όλοι. Τού ‘γραψε τον πόνο του, τον σπαραγμό του. Δεν τό ‘στειλε όμως, δεν είχε τρόπο, να το στείλει. Πώς στέλνουν γράμματα εκεί ψηλά;
Άραγε αν ήξερε το πώς, θα τό ‘στελνε;

Βαριά τα πόδια του σέρνονται στο χώμα, κάτι ο τεράστιος μαγνήτης της γης, που προσπαθεί να τον τραβήξει στα κατάβαθα, κάτι ο πόνος και η λύπη, που θέλουν να τον λυγίσουν.  Αντιστέκεται, αγωνίζεται να κρατήσει στητό το κορμί.

Είναι και τα καράβια που έρχονται πάντα για να φύγουν. Τί δύσκολες ώρες, όταν τα βλέπει να σηκώνουνε πανιά! Κι όταν πια φεύγει και κανένας συγχωριανός του, πονά, πονά πολύ. Δεν ξέρει πάντα το γιατί. Είναι που ο άλλος φεύγει κι εκείνος ακόμη δεν μπορεί; Ή γιατί έχασε το φίλο;

Θυμάται τότε στις αρχές , που κοίταζε στο δρόμο του τα πρόσωπα ένα-ένα, ψάχνοντας με αγωνία, να βρει τους παλιούς του χωριανούς, να τους μιλήσει. Μήπως είσαι εσύ; ήθελε να τους πει και πάλι δίσταζε. Τώρα πια ξέρει. Τους γνωρίζει. Κι όταν μαζεύονται όλοι μαζί, είναι σα να ξαναβρίσκουν τη χαμένη τους πατρίδα. Γι αυτό, καθένας που φεύγει απ΄ αυτούς με το καράβι, παίρνει κι ένα κομμάτι της μαζί του . Κι αυτός νομίζει πως ξεριζώνεται κομμάτι της ψυχής του.

Κι όμως, ας είναι πια όλοι μαζί. Εκείνος νοιώθει τόσο μόνος ! προχωρά την πορεία της ζωής του, σαν τον μοναχικό καβαλάρη του παραμυθιού, που πολεμά τους δράκους στο σκοτεινό το δάσος. Έρχονται άραγε κι οι άλλοι πίσω του; Άλλοτε είναι δίπλα του κι άλλοτε ξεμακραίνουν.

Ορμά με το σπαθί στο χέρι. Ν΄ αγωνιστούμε όλοι μαζί! φωνάζει.
Πρέπει να γυρίσουν όλοι πίσω !  Δεν θά ‘θελε να γυρίσει μόνος, σαν τον Οδυσσέα. Κι όμως, πόσοι παίρνουν στο διάβα τους την κατρακύλα. Σαν τους συντρόφους του, άλλοι γινήκαν της Κίρκης τα γουρούνια κι άλλοι ζούνε στων Λωτοφάγων τη χώρα !

Λίγοι, βλέπεις, οι πολεμιστές, σάμπως να μετριούνται πια στα δάχτυλα του χεριού. Πόσο θ’ αντέξουν; Τί θα πετύχουν μόνοι μέσα στη ζούγκλα; Δεν κάνουν πίσω. Σφίγγουν τα δόντια, πολεμούν και περιμένουν. Περιμένουν βοήθεια; περιμένουν το καράβι; Σημασία έχει πως το νοιώθουν, κάτι πρέπει να περιμένουν, κάτι θά ‘ρθει.

Άλλωστε τις προάλλες δεν ήταν, που ένας απ΄ όλους τους τ΄ αποφάσισε; Είπε: ” Κάτι πρέπει να γίνει! ” και την τελευταία στιγμή πήδηξε στο καράβι που σήκωνε πανιά. Έτσι ξαφνικά ! χωρίς προετοιμασία. Όλοι έμειναν άναυδοι.
Πώς πρόλαβε; πώς έγινε; Φαίνεται, ετοίμαζε τις βαλίτσες του από καιρό. Καθώς ξεμακραίνει το καράβι αχνοακούνε τη φωνή του :

“Πάω να το πω, κάτι πρέπει να γίνει!
Εσείς να είστε καλά! ”

Μέσα στη λύπη για τον σύντροφο πού ‘φυγε, κρυφοκαίει η ελπίδα.
Ναι ! Το ξέρουν, αυτός ποτέ δεν υποσχότανε στον βρόντο. Θα τους τα πει. Και τότε σίγουρα θα στείλουνε βοήθεια.
Θά ‘ρθουνε τούτη τη φορά καράβια χαρωπά γεμάτα κόσμο. Χαμόγελα τραγούδια θα γεμίσει ο αέρας. Θα φύγει ο πόνος.

Και τότε πια όλα θα είναι ένα.
Θα έρθει εδώ η πατρίδα ή θα πάνε όλοι εκεί;
Τότε δεν θά ‘χει σημασία.
Αυτό που ξέρει, είναι, πως κάποτε θα γίνει.

Αχ ! πότε θά ‘ρθει η ώρα ν’ ανταμώσουμε ξανά !